δεκαστάτηρος

δεκα-στάτηρος [pron. full] [στᾰ], ον,
A in receipt of ten staters, Arr.An.7.23.3: Subst. -στάτηρον, τό, sum of ten staters, Leg.Gort.9.49, Schwyzer 179a5 ([place name] Crete); weight of ten staters, IG12.918.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεκαστάτηρος — δεκαστάτηρος, ον (Α) 1. χωρητικότητας δέκα στατήρων 2. το ουδ. ως ουσ. α) σύνολο δέκα στατήρων β) βάρος δέκα στατήρων …   Dictionary of Greek

  • δεκαστάτηρον — δεκαστάτηρος in receipt of ten staters masc/fem acc sg δεκαστάτηρος in receipt of ten staters neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέκα — Άκλιτο, απόλυτο αριθμητικό (10). δέκα . Πρώτο συνθετικό λέξεων, που χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό πολλαπλών μονάδων, των οποίων η πολλαπλότητα είναι ίση με 10. Συμβολίζεται διεθνώς με da (π.χ. 1 dam = 10 μ.). Στην οργανική χημεία, ως πρώτο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.